Ασπροπάρης
(Neophron percnopterus)
Είναι ο μικρότερος από τα 4 είδη γύπα της Ευρώπης. Είναι ασπρόμαυρος
και μοιάζει με πελαργό όταν πετάει. Τρέφεται με ψοφίμια, μικρά ζώα και
σκουπίδια.
Φωλιάζει εδώ, αλλά ξεχειμωνιάζει στην Αφρική.
Τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί πολύ ο αριθμός του, εξαιτίας των δηλητηριασμένων
Δολωμάτων και του παράνομου κυνηγιού.
Είναι προστατευόμενο είδος.
|
Βραχοκιρκινέζι
(Falco tinnunculus)
Ονομάζεται και ιέραξ ο γνήσιος ή ο βραχοδίαιτος ή γεράκι, ή πετροκεκρινέζι.
Το αρσενικό έχει χρώμα κοκκινωπό, πιο ζωηρό από το θηλυκό που είναι γκρίζο
και γραμμωτό. Το θηλυκό είναι μεγαλύτερο από το αρσενικό.
Είδος γερακιού, φωλιάζει παντού σε όλη την χώρα σε σημαντικούς αριθμούς για αρπακτικό . Δεν ξεπερνά τα 34 εκατοστά και ξεχωρίζει για τις μυτερές φτερούγες του και τη μακριά, λεπτή ουρά που είναι στην άκρη στρογγυλεμένη. Το φτέρωμα του αρσενικού είναι στο πάνω μέρος καστανοκόκκινο με μαύρες κηλίδες και στο κάτω μέρος μπεζ με σκούρα στίγματα. Το κεφάλι είναι γκρίζο όπως και η ουρά του, που καταλήγει σε πλατιά μαύρη ταινία με άσπρο φτέρωμα στην άκρη. Τα νύχια του γερακιού αυτού είναι μαύρα και το ράμφος του γαμψό. Το θηλυκό στο πάνω μέρος αντί για στίγματα έχει ραβδώσεις και η ουρά του είναι ξανθόχρωμη επίσης με ραβδώσεις.
Όταν κυνηγάει την λεία του , πετάει σε ύψος 7-12 μέτρα , συνήθως επιτόπου , μέχρι να εντοπίσει την τροφή του οπότε γέρνει απότομα προς τα κάτω και ορμάει πάνω σε ποντικούς, σκαθάρια και ερπετά . Διαλέγει παλιές φωλιές καρακάξας και κουρούνας για να γεννήσει τα αυγά του, συνολικά 3-6 που κλωσσά το θηλυκό για 27-29 ημέρες .
Είναι προστατευόμενο είδος.
|
Γαλαζοκότσυφας
(Monticola solitarius)
Το αρσενικό έχει γαλάζιο φτέρωμα, ενώ το θηλυκό είναι καστανόχρωμο.
Ζει σε ανοιχτά μέρη με βράχια. 
|
Γερακίνα
(Buteo buteo)
Είναι μεγάλου μεγέθους πουλιά με μεγάλα φτερά μυτερά στις άκρες
και σχετικά κοντές ουρές και μικρά στρόγγυλα κεφάλια. Το φτέρωμά τους
ποικίλλει αλλά γενικά είναι σκούρο καφέ με σκοτεινότερες περιοχές στους
ώμους.
Ζει σε δάση και σε βραχώδεις περιοχές.  |
Διπλοσάινο
(Accipiter gentilis)
Έχει χοντρά, φαρδιά φτερά, επίμηκες σώμα και φαρδύ στήθος, που φαίνεται
λευκό από απόσταση. Στη διαδικασία προσγείωσης, ανοίγει σαν βεντάλια την
ουρά του και κατεβάζει τα πόδια του.
Φτιάχνουν τις φωλιές τους σε δάση ώριμων φυλλοβόλων και κωνοφόρων δέντρων.
Γεννούν μέχρι 5 αυγά από τα τέλη Μαρτίου μέχρι τις αρχές Μαΐου. Η επώαση
διαρκεί 35 – 42 μέρες. Οι νεοσσοί βγαίνουν από τα αυγά στα τέλη Ιουνίου
και τον Ιούλιο και μένουν γύρω από τη φωλιά για περίπου 7 εβδομάδες. Κατόπιν
διασκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά ποικίλλει η απόσταση
στην οποία ταξιδεύουν. 
|
Δρυοκολάπτης
(Picus viridis)
Φτιάχνει τη φωλιά του σε τρύπες με κανονικό σχήμα σε δέντρα ή κούτσουρα.
Έχει μακρύ λαιμό και μεγάλο κεφάλι με μακρύ, ίσιο και δυνατό ράμφος που
το χρησιμοποιεί σαν τσεκούρι, ψαλίδι ή τρυπάνι. Τα πόδια του είναι φτιαγμένα
για να γαντζώνονται στους κορμούς των δέντρων. Τα φτερά της ουράς είναι
σκληρά και χρησιμεύουν για στήριγμα όταν τρυπά τον κορμό του δέντρου.
Η γλώσσα του είναι μακριά για να βγάζει από τις φωλιές τους τις νύμφες
των εντόμων που βρίσκονται μέσα στο δέντρο. 
|
Κοκκινοκαλιακούδα
(Pyrrhocorax pyrrhocorax)
Λέγεται και πυρροκόραξ ο κοινός.
Είναι παμφάγο πτηνό που τρώει κυρίως σπόρους, βλαστάρια φυτών, έντομα
και
Προνύμφες εντόμων. Οι φωλιές τους είναι σε αρκετό ύψος πάνω σε δέντρα,
δημιουργώντας μερικές φορές αποικίες. Το θηλυκό γεννά πέντε αυγά. 
|
Μαυροτσικλιτάρα
(Dryocopus martius)
Είναι ο μεγαλύτερος δρυοκολάπτης της Ευρώπης, μαύρος με κόκκινο λοφίο.
Ζει σε ορεινά δάση με γέρικα, μεγάλα δέντρα. Σκάβει με το ράμφος του στους κορμούς των δέντρων για να βρει τα ξυλοφάγα σκουλήκια που τα καρφώνει
με τη γλώσσα του.
Ξεχωρίζει από το χτύπημα του ράμφους του στο ξύλο (περίπου 15 χτυπήματα
ανά δευτερόλεπτο) που ακούγεται πολύ μακριά, προειδοποιώντας τους άλλους
δρυοκολάπτες ότι εκεί είναι δική του περιοχή.
Η φωλιά του είναι μια βαθιά τρύπα σκαμμένη σε ξερό κορμό.
Είναι προστατευόμενο είδος. 
|
Μπούφος
(Bubo Bubo)
Ονομάζεται και Βύας ο γνήσιος.
Έχει δυνατό σώμα μήκους 65-70 εκατ. Το άνοιγμα των πτερύγων του είναι
54 εκατ. Και ζυγίζει έως 2,5 κιλά. Καλύπτεται από πλούσιο και πυκνό φτέρωμα
που στην πάνω πλευρά είναι καφεκόκκινο με κηλίδες ενώ στην κάτω κοκκινοκίτρινο
με μελανές γραμμές. Ο λαιμός του έχει κιντρινόλευκο χρώμα και έχει ένα
λευκό σημάδι που γίνεται εμφανέστερο την περίοδο της αναπαραγωγής. Το
κεφάλι του είναι μικρό, το ράμφος δυνατό και λίγο γαμψό στην άκρη. Στο
μέτωπο έχει δυο χαρακτηριστικά λοφία από μαύρα φτερά. Έχει μεγάλα μάτια
με ζωηρό χρυσοκίτρινο χρώμα. Τα πόδια του καλύπτονται ως τα δάχτυλα με
φτερά και τα νύχια του είναι μεγάλα και γαμψά.
Τρέφεται με λαγούς, πέρδικες, κοράκια και άλλα πουλιά που τα πιάνει την
ώρα που κοιμούνται. Τα χτυπά με τις φτερούγες του για να ξυπνήσουν και
μόλις πάνε να πετάξουν τα αρπάζει. Τρώει επίσης ποντικούς, βατράχια, σαλιγκάρια
κ.λ.π. Επειδή το 50% της τροφής του είναι τρωκτικά, θεωρείται ωφέλιμο
πουλί.
Την μέρα κάθεται ακίνητος με μισόκλειστα μάτια πάνω σε ένα κλαδί ή βράχο
βυθισμένος σε ελαφρύ λήθαργο, από τον οποίο ξυπνά στον παραμικρό θόρυβο.
Ζευγαρώνει το Φεβρουάριο. Το Μάρτιο, το θηλυκό γεννά 2-5 αυγά που κλωσά
για 35 μέρες, ενώ το αρσενικό φροντίζει για την τροφή. Οι νεοσσοί έχουν
αρχικά λευκά πούπουλα, που αργότερα γίνονται γκρίζα. 
|
Νεροκότσυφας
(Cinclus cinclus)
Έχει χρώμα μαύρο με μια άσπρη ποδιά να καλύπτει το στήθος του.
Ζει σε ορεινές περιοχές, σε ποτάμια με γρήγορη ροή και χαλικώδη κοίτη.
Είναι κοινό είδος σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. 
|
Όρνιο
(Gyps fulvus)
Ζει σε βουνά με αραιή βλάστηση και γκρεμούς.
Έχει τεράστια μαυριδερά φτερά και ξανθό σώμα και τρέφεται με νεκρά ζώα.
Ζει σε αποικίες σε φαράγγια, αλλά κυκλοφορεί μόνος ψάχνοντας σε ακτίνα
πολλών
χιλιομέτρων για την τροφή του.
Eίναι προστατευόμενο είδος. 
|
Παρδαλοτσικλητάρα
(Dendrocopos major)
Ξεχωρίζει από τις μαύρες φτερούγες του με τα λευκά μπαλώματα και από
την κόκκινη περιοχή κάτω από την ουρά.
Το αρσενικό έχει ένα κόκκινο μπάλωμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ενώ
το θηλυκό δεν έχει.
Είναι ένας μεγάλος δρυοκολάπτης μήκους 22-23 cm.
Η τροφή του ποικίλλει, ανάλογα με την εποχή. Την άνοιξη και το καλοκαίρι
βασίζεται κυρίως στα έντομα και ειδικά στα μυρμήγκια και στα σκαθάρια
που ζουν στα δέντρα. Το φθινόπωρο και το χειμώνα τρέφεται με σπόρους,
φρούτα και καρπούς. 
|
Πετρίτης (Falco peregrinus)
Είναι ένα μεγάλο και δυνατό γεράκι. Το πάνω μέρος του σώματός του είναι
σκούρο και το κάτω λευκόχρωμο. Πετά με γρήγορα, δυνατά φτερουγίσματα.
Το θηλυκό είναι πιο μεγάλο από το αρσενικό. Τα μεγάλα ανοικτά φτερά του
και η κοντή του ουρά δίνουν στο γεράκι το σχήμα της άγκυρας όταν πετά. 
|
Πετροπέρδικα
Λέγεται και πέρδικα η Ελληνική, στολισμένη με διάφορα κοσμητικά επίθετα
όπως ρήγισσα, αηδονολαλούσα, βασίλισσα του βουνού, αφού κυρίως ζει σε
απότομες βουνοπλαγιές. Η πετροπέρδικα ζει συνήθως σε μεγάλο υψόμετρο πάνω
από 800 μέτρα, σε θαμνώδες και βραχώδεις εκτάσεις, πλαγιές βουνών, αλλά
και σε αραιά δάση. ‘Έχει μήκος 32-35 εκατοστά και άνοιγμα φτερούγων 46-53
εκατοστά . Το βάρος της, ανάλογα με την εποχή και τον βιότοπο, κυμαίνεται
από 600 έως και 900 γραμμάρια. Η πετροπέρδικα ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες
πέρδικες, λιγότερο από την εμφάνιση και περισσότερο από την φωνή της.
Το πάνω μέρος του σώματος της, το κεφάλι, το στήθος και η κοιλιά είναι
γκριζωπά. Στα πλευρά της υπάρχουν 12-13 εναλλασσόμενες εγκάρσιες λωρίδες
μαύρου και λευκού χρώματος. Ο χαλινός, το σημείο που ενώνεται η βάση του
ράμφους με την μαύρη λωρίδα που περιβάλλει το λαιμό, είναι μαύρος. Το
μαύρο περιλαίμιο που περιβάλει τα μάτια περνά πάνω απ' αυτά και καταλήγει
στο λαιμό σε σχήμα ωοειδές. Τα καλυπτήρια της ωτικής χώρας είναι γκριζωπά
. Το λευκό πάνω από το περιλαίμιο στην περιοχή του ματιού, εκτείνεται
μέχρι το τέλος του κεφαλιού . Το ράμφος της είναι κοντό, καμπύλο και κόκκινου
χρώματος , όπως τα πόδια. Τα αρσενικά άτομα , στο μέσο του ταρσού, φέρουν
κεράτινη διόγκωση (κότσι) απ' όπου προήλθε και η λαϊκή ονομασία «κότσος».
Η πέρδικα είναι μονογαμικό πουλί, αν κι έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις
όπου η αρσενική, ανάλογα με το κοπάδι, μπορεί να ζευγαρώσει με περισσότερες
θηλυκές. Η πέρδικα είναι πουλί παμφάγο, σπόροι, βλαστάρια, έντομα, σκουλήκια,
ακρίδες, καρπούς κ.λ.π. Πάντα μαζί με την τροφή τρώει και μερικά πετραδάκια
που την βοηθούν στην πέψη. 
|
Πετροκότσυφας( Monticola
saxatilis)
Λέγεται και Κότσυφας ο χρωματιστός.
Ζει στις παρυφές των δασών και κρύβεται στα φυλλώματα των δέντρων.
Τρέφεται με έντομα, σκουλήκια, σαλιγκάρια και χυμώδεις καρπούς.
Γεννά 3-5 αυγά που η επώασή τους κρατά 12-15 ημέρες. Το ζευγάρι τρέφει
και φροντίζει τους νεοσσούς που εγκαταλείπουν τη φωλιά σε ηλικία 14-16
ημερών. 
|
Σταχτοσουσουράδα
(Monticola flava)
Λέγεται και Σεισοπυγίς η εαρινή.
Έχει λεπτό και αδύνατο σώμα που το μήκος του φτάνει τα 18 εκατ. Έχει μακριά
ουρά, πόδια και δάχτυλα. Ο λαιμός είναι κοντός και το ράμφος μέτριου μεγέθους.
Τρέχει ή βαδίζει γρήγορα κουνώντας συγχρόνως την ουρά πάνω – κάτω.
Ζει κοντά σε τρεχούμενα νερά όπου αναζητά την τροφή που είναι έντομα και
σπόροι.
Η φωλιά του είναι πρόχειρα φτιαγμένη πάνω σε δέντρα ή σε απόκρημνες όχθες.
Γεννά 3-5 αυγά σε φωλιές που φτιάχνει μέσα σε πυκνά χόρτα στο έδαφος.
Η επώαση κρατά 12- 14 μέρες. 
|
Σφηκιάρης (Pernis apivorus)
Μοιάζει με τη Γερακίνα αλλά ξεχωρίζει από το μακρύ και στενό κεφάλι του,
από τη μικρότερη ουρά και τις μεγαλύτερες φτερούγες του. 
|
Φιδαετός(Circaetus gallicus)
Είναι αρκετά συνηθισμένο και πολύ διαδεδομένο αρπακτικό στην Ελλάδα,
όπου έρχεται το Μάρτιο και τον Απρίλιο, φωλιάζει εδώ και φεύγει για την
Αφρική από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου, ενώ σε σπανιότερες
περιπτώσεις ξεχειμωνιάζει στις Κυκλάδες.
Τρέφεται με φίδια και σαύρες, σπανιότερα με πουλιά και τρωκτικά. Δεν είναι
άτρωτος στο δηλητήριο των φιδιών, αλλά βασίζεται στην επιδεξιότητά του
για να τα σκοτώσει. Φωλιάζει πάνω σε δέντρα, κυρίως πεύκα.
Η επώαση των αυγών διαρκεί περίπου 46 ημέρες. 
|
Χουχουριστής (Strix
Aluco)
Είναι η κουκουβάγια του δάσους. Περνά τη μέρα σε φυλλώματα και κισσούς.
Τη νύχτα κυνηγά ποντίκια, μικρά πουλιά, βατράχια, σκαντζόχοιρους.
Έχει οξύτατη ακοή γι’ αυτό μπορεί να κυνηγήσει και σε απόλυτο σκοτάδι.
Συχνά, χτυπά με τα φτερά του τα κλαδιά των δέντρων για να τρομάζει τα
πουλιά
που φωλιάζουν εκεί και να τα κάνει να εμφανιστούν για να τα σκοτώσει.
Καταπίνει ολόκληρο το θήραμα του, και πριν από το νέο γεύμα του, βγάζει
από
το στόμα του αχώνευτα κόκαλα, φτερά και τρίχες από το προηγούμενο. 
|
Χρυσαετός (Aquila chrysaetos)
Ονομάζεται και αετός ο γνήσιος ή ο βασιλικός αετός ή σταυραετός. Ζει σε
ύψος 1000-2000 μέτρων. Έχει πολύ μεγάλη μυϊκή δύναμη και μπορεί να αντιμετωπίσει
και τις πιο δυνατές καταιγίδες. Φωλιάζει στις πλαγιές απότομων βράχων
ή στις κορφές ψηλών δέντρων. Χρησιμοποιεί την ίδια φωλιά για πολλά χρόνια,
προσθέτοντας σ’αυτήν μόνο νέα υλικά. Η διάμετρος της είναι περίπου 2μ.
Κάθε ζευγάρι αετών κυριαρχεί σε μια περιοχή πολλών δεκάδων τετραγωνικών
χιλιομέτρων. Το θηλυκό είναι μέχρι 1μ. μεγαλύτερο από το αρσενικό και
το άνοιγμα των φτερών του φτάνει τα 2,5 μ.
Γεννά την άνοιξη, 2-3 αυγά που τα κλωσά περίπου 30 μέρες.

|